Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Η «μπίζνα» της Ιστορίας...

Του Γιάννη Συμεωνίδη

Οι Ναζί έδιναν έμφαση στη σχολική διδασκαλία του στρατοκρατικού καθεστώτος της αρχαίας Σπάρτης. Οι μαθητές στην πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση εστίαζαν στη μελέτη των ιστορικών κοινωνικών αγώνων. Στις ΗΠΑ, πάλι, ακόμα και σήμερα τα σχολεία διδάσκουν διεξοδικώς τις αρχαιοελληνικές συμπολιτείες. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Πως, αν μη τι άλλο, η Ιστορία, είτε πρόκειται για σχολικό μάθημα είτε για επιστημονικό προϊόν προς πώληση στα βιβλιοπωλεία και στα περίπτερα είτε ακόμα και προς χρήση σε τηλεοπτικές εκπομπές, έχει πολιτικές προεκτάσεις. Μόνο τυχαίο δεν είναι, άλλωστε..., πως οι εκάστοτε ηγεμόνες έχουν χρησιμοποιήσει το παρελθόν κατά το δοκούν…
Πρόσφατα, μάλιστα, βρήκε και τηλεοπτική στέγη, στη μορφή τεκμηριογραφήματος («ντοκιμαντέρ»), μια νεόκοπη, δήθεν επιστημονική ερμηνεία για τα έργα και τις ημέρες που οδήγησαν στην Επανάσταση του 1821. Πίσω από τάσεις αναθεώρησης (αλλοίωσης;) ιστορικών γεγονότων, τα οποία αποτελούν κομβικά σημεία στην πορεία των εθνών αλλά και πηγές συλλογικής υπερηφάνειας, βρίσκονται επιστήμονες που έχουν καταλάβει στο πρόσφατο παρελθόν δημόσια αξιώματα και ελέγχουν ιδρύματα-δεξαμενές σκέψης (think tank), για τα οποία η έννοια «πατρίδα» παραπέμπει περισσότερο στην άλλη όχθη του Ατλαντικού παρά στην Ελλάδα…
Πριν από αυτή την ιστορική αναδιαμόρφωση του 1821 είχε κυκλοφορήσει, εξάλλου, και το βιβλίο-έκτρωμα της Στ’ Δημοτικού, το οποίο χαρακτήριζε «συνωστισμό» τη σφαγή χιλιάδων Ελλήνων της Σμύρνης. Ποιοι «παίζουν» με την Ιστορία; Γιατί θέλουν να «μικρύνουν» την Ελλάδα; Σε αυτά και σε άλλα ερωτήματα απαντούν στα «Επίκαιρα» πανεπιστημιακοί, καθώς και ο διακεκριμένος φιλόλογος και συγγραφέας κ. Σαράντος Καργάκος.
Όπως και να έχει, πάντως, κανείς δεν αρνείται τις δυσκολίες που, εξ αντικειμένου, εμπεριέχονται στην πιστή καταγραφή γεγονότων και του έργου προσωπικοτήτων τα οποία ανήκουν στο εγγύς ή μακρινό παρελθόν. Ο Βολτέρος δεν ήταν, άλλωστε, που είχε γράψει πως η Ιστορία δεν είναι τίποτα άλλο από ένα απάνθισμα ευφάνταστων εφευρέσεων;…
«Στο όνομα της παγκοσμιοποίησης»
Αρκούντως κατατοπιστικός εμφανίζεται, σε συνομιλία του με τα «Επίκαιρα», ο κ. Εμμανουήλ Μικρογιαννάκης, πρώην κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής και καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας σε αυτή. Κατά τον ίδιο, οι προοπτικές της ιστορικής επιστήμης αλλάζουν συνεχώς, αφού τα κράτη επιβάλλουν ορισμένους τύπους Ιστορίας. Ο κ. Μικρογιαννάκης, πάντως, τονίζει πως στο παρελθόν δινόταν μεγαλύτερη έμφαση στην Αρχαία Ιστορία, και δη στην αρχαία Αθήνα της Δημοκρατίας, και λιγότερο στη νεοελληνική, πρακτική που φαίνεται να αλλάζει τα τελευταία χρόνια: «Είναι η πρώτη φορά που παραμερίζεται η παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά της αρχαίας Ελλάδας προς όφελος μιας κάποιας ομογενοποίησης. Αν περιοριστούν, επίσης, οι ώρες διδασκαλίας της Ιστορίας, είναι πολύ φυσικό πως θα περιοριστεί και η ύλη που θα καλύπτεται. Υποβιβάζεται το μάθημα στο όνομα της παγκοσμιοποίησης», αναφέρει χαρακτηριστικά ο καθηγητής.
Προχωρώντας σε μια μίνι ιστορική διαδρομή, ο κ. Μικρογιαννάκης αναφέρει πως στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν εκατοντάδες κράτη που ανήκαν όμως σε ένα έθνος, το ελληνικό. Ήμασταν, δηλαδή, ένα πολυκρατικό έθνος. Αντιθέτως, η Ρώμη ήταν ένα πολυεθνικό κράτος. Το 1821, εξάλλου, το ελληνικό έθνος έκανε την εθνεγερσία του, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η εθνική παλιγγενεσία.
«Δεν έγινε εθνογένεση. Αυτό θα σήμαινε πως δεν είχαμε καμιά σχέση με την αρχαιότητα, κάτι που σημαίνει αλλοίωση της ιστορικής πραγματικότητας, όπως και το ότι οι Τούρκοι δεν διέπραξαν ωμότητες και πως οι Έλληνες περνούσαν καλά επί Τουρκοκρατίας. Σκοπός όσων τα υποστηρίζουν, αλλά και συνοδοιπόρων τους, είναι να μειωθεί η χώρα μας. Η Ελλάδα, όμως, πέρα από όλα τα άλλα, είναι πολιτιστική έννοια. Οι κατά καιρούς ελληνοτουρκικές σχέσεις, επίσης, επηρεάζουν τη συγγραφή της Ιστορίας μας. Εμείς την έχουμε αλλάξει επί το ηπιότερο, όχι όμως και οι Τούρκοι. Έχουν έναν έντονο τουρκισμό, ενώ εμείς ένα μειωμένο ελληνισμό», υπογραμμίζει ο κ. Μικρογιαννάκης.
Στο ίδιο πλαίσιο κινείται, κατά τον πρώην κοσμήτορα της Φιλοσοφικής, η ελληνική «ιστορική» πολιτική και έναντι της ΠΓΔΜ: «Τα Σκόπια προσπαθούν εδώ και χρόνια να εντάξουν στην εθνική τους Ιστορία τη Μακεδονία, αλλά εμείς δείχνουμε αδυναμία να συμπεριλάβουμε το μακεδονικό ελληνισμό. Λέμε τα αντίθετα, δηλαδή, από όσα μας επιτάσσει το εθνικό μας συμφέρον», υποστηρίζει ο κ. Μικρογιαννάκης.
«Τίποτα στην τύχη»
«Καμία κυβέρνηση δεν αφήνει την Ιστορία στην τύχη της». Αυτή είναι η χαρακτηριστική φράση που χρησιμοποιεί, μιλώντας στα «Επίκαιρα», ο κ. Γιάννης Στεφανίδης, καθηγητής Διπλωματικής Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Ο ίδιος δεν διστάζει, μάλιστα, να τονίσει πως πολλές φορές πολιτικές σκοπιμότητες ορίζουν τι θα περάσει στη δημόσια Ιστορία και στην εκπαίδευση και τι όχι. «Στόχος είναι η καλλιέργεια και η ενίσχυση της εθνικής συνείδησης. Ό,τι θεωρείται πως δεν βοηθά προς αυτή την κατεύθυνση συχνά αποσιωπάται. Γι’ αυτό και πολλές φορές είναι διαφορετική η δημόσια Ιστορία από την ιστορική γνώση των ερευνητών», παρατηρεί ο κ. Στεφανίδης.
Πάντοτε, εξάλλου, υπάρχει μια μερίδα ιστορικών που επιδιώκει να προσεταιριστεί την εκάστοτε εξουσία, παρατηρεί ο καθηγητής του ΑΠΘ, αλλά και εκείνοι που επιδιώκουν να παρουσιάζονται ως ρηξικέλευθοι χωρίς ιδιαίτερο λόγο. «Υπάρχουν, όμως, και επιστήμονες που ασκούν το επάγγελμά τους με σεβασμό προς τα τεκμήρια και δίνοντας λόγο κατεξοχήν στη συνείδησή τους. Αυτή η ακαδημαϊκή αντιμετώπιση της Ιστορίας, ωστόσο, συχνά δεν φτάνει στο ευρύ κοινό – σε αντίθεση με τον περί Ιστορίας λόγο των πολιτικών ή των δημοσιογράφων, που εκφέρεται με αφορμή εθνικές επετείους ή την τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα. Το προϊόν των πανεπιστημιακών ή των ερευνητικών ιστορικών κέντρων δεν αγγίζει το πλατύ κοινό στην Ελλάδα και η ευθύνη γι’ αυτό είναι αμφίδρομη», σημειώνει ο κ. Στεφανίδης.
Σχολικά ρεύματα
Ο ίδιος, εξάλλου, δράττεται της ευκαιρίας για να μας θυμίσει τη διαδρομή των βιβλίων Ιστορίας που διδάσκονταν στα ελληνικά σχολεία τις τελευταίες δεκαετίες. Κατά τον καθηγητή, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70 με αρχές της δεκαετίας του ’80 το βάρος έπεφτε στην παραδοσιακή ιστοριογραφία, στην αφήγηση δηλαδή κυρίως πολεμικών γεγονότων, αλλά και του ρόλου προσωπικοτήτων. Αυτό άλλαξε, σύμφωνα με τον κ. Στεφανίδη, τα τελευταία 30 χρόνια. «Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία εισήλθε στα ελληνικά σχολεία ένα ρεύμα που είχε ξεκινήσει δεκαετίες πριν στη Δύση, της κοινωνικής - οικονομικής Ιστορίας, με έμφαση στο ρόλο των μαζών. Κι αυτή η προσπάθεια, όμως, δεν απέδωσε ιδιαίτερα, αφού η διδασκαλία της Ιστορίας κατέληξε να είναι αποσπασματική, ιδίως στις τάξεις του Λυκείου. Το μάθημα της Ιστορίας άλλωστε, έτσι όπως διδάσκεται, έχει οδηγήσει τους μαθητές να το αποστρέφονται, αφού το θεωρούν δυσνόητο, με έμφαση σε περίπλοκα διατυπωμένες ερμηνείες, και σε συνάρτηση με τη στείρα απομνημόνευση που απαιτεί το εξεταστικό σύστημα», δηλώνει ο καθηγητής του ΑΠΘ.
Ο κ. Στεφανίδης, επίσης, διαπιστώνει πως η Ιστορία χρησιμοποιείται συχνά για την οικοδόμηση της υστεροφημίας ορισμένων πολιτικών προσώπων. «Τα παραδείγματα είναι πολλά, και στην ελληνική πραγματικότητα. Πληθαίνουν τα ιδρύματα, στο πρότυπο εκείνων που παραδοσιακά πλέον συστήνουν οι πρόεδροι των ΗΠΑ. Πέρα από τη συγκέντρωση χρήσιμου υλικού για την έρευνα, τα ιδρύματα αυτά διαθέτουν πόρους σε ερευνητές “κλείνοντάς τους το μάτι”, ώστε το αποτέλεσμα να αποκαθιστά το καλό όνομα πολιτικών προσώπων», συμπληρώνει ο καθηγητής Διπλωματικής Ιστορίας. 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επίκαιρα: 10/02/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια: